βρισκούμενο

το
1. τα υπάρχοντα, η περιουσία
2. ό,τι υπάρχει πρόχειρα, χωρίς προετοιμασία και κατά τύχη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βρίσκω. Πρόκειται για ουσιαστικοποιημένη μετοχή του μέσου ενεστώτα του βρίσκω. Τέτοιες μετοχές δεν έχουν μόνον σημασία ενεστώτα, αλλά διάφορη, συνήθως επιθετική, άλλοτε δε και σημασία ουσιαστικού, πρβλ. πουλί πετούμενο, χρειαζούμενο πράγμα, βρεχούμενο νερό «το της βροχής», το μελλούμενο «πεπρωμένο», τα βρισκούμενα (η λ. στον πληθ. αριθμό υπονοεί τα φαγητά), τα λαλούμενα «μουσικά όργανα», κ.λπ.].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βρίσκω — και βρέσκω (AM εὑρίσκω) 1. συναντώ κάποιον ή κάτι που ζητούσα, ανταμώνω 2. ανακαλύπτω κάτι χαμένο 3. φθάνω σ αυτό που επιδίωκα 4. ανακαλύπτω τυχαία, συναντώ κατά τύχη 5. εφευρίσκω, επινοώ, μηχανεύομαι 6. έχω από παράδοση, αποκτώ από κληρονομιά 7 …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.